συγγενολό(γ)ι

συγγενολό(γ)ι
το родня, родственники

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "συγγενολό(γ)ι" в других словарях:

  • συγγενολό(γ)ι — το, Ν το σύνολο τών συγγενών, αλλ. σόι. [ΕΤΥΜΟΛ. < συγγενής + λόγι* / λόι] …   Dictionary of Greek

  • -λόγι — και λόι νεοελλ. β συνθετικό ουδέτερων ουσιαστικών που λειτουργεί πλέον ως επίθημα το οποίο δηλώνει αριθμητικό πλήθος, πλησμονή, αφθονία (πρβλ. γυναικολόι). Το παραγωγικό αυτό μόρφημα ανάγεται σε μτγν. αρχ. λόγιον < λόγος < λέγω («συλλέγω,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»